Για τις αδικοχαμένες εργάτριες της ΒΙΟΛΑΝΤΑ και για τα παιδιά που έφυγαν φορώντας κασκόλ.
Δούλεψα κι εγώ νύχτα, σε ηλικία 22 ετών, σε εργοστάσιο παρόμοιο με τη ΒΙΟΛΑΝΤΑ.
Ήμουν τυχερή; Εκείνες άτυχες; Ή απλώς αναλώσιμες σε έναν κόσμο όπου το κέρδος προηγείται της ζωής;
Ο καπιταλισμός δεν ζητά πάντα αίμα φανερά. Το παίρνει σιωπηλά, μέσα από την αμέλεια, την εξάντληση, την «ευθύνη» που μεταφέρεται πάντα στον εργαζόμενο. Το πρότυπο του «μοναδικού εργαζόμενου» , διαθέσιμου, υπεύθυνου, πειθαρχημένου που τελικά οδηγεί συχνά στην αυτοεκμετάλλευση. Πέντε γυναίκες που θυσίαζαν τον ύπνο τους για να ζουν την ημέρα με τους δικούς τους, πλήρωσαν με τη ζωή τους αυτή τη σιωπηλή απαίτηση.
Λίγα λόγια, φτωχά συλλυπητήρια, και μετά η ζωή συνεχίζεται — όχι όμως για τους ανθρώπους που θα θυμούνται για πάντα ότι το νήμα της ζωής κόπηκε στον βωμό της αμέλειας και του χρήματος. Σκύβουμε το κεφάλι. Και σωπαίνουμε.
Κι ύστερα, ήρθε άλλο ένα θλιβερό γεγονός. Η βία της ασφάλτου. Όχι προμελετημένη. Όχι ρατσιστική. Όχι «οπαδική».
Επτά παιδιά πήγαν να δουν την ομάδα τους και έφυγαν αγκαλιασμένα για τον ουρανό. 21, 22, 23 χρονών. Σήμερα δεν υπάρχουν αντίπαλοι. Υπάρχουν μόνο άνθρωποι. Ο αθλητισμός οργανώθηκε με κανόνες, όχι οι ζωές μας.
Κάπου εκεί πάνω, οι πέντε εργάτριες αγκάλιασαν τα επτά παιδιά του ΠΑΟΚ, χωρίς να γνωρίζονται. Ας θυμόμαστε ότι οι τσακωμοί είναι μικροπρέπειες όταν άγνωστοι ξαφνικά αγκαλιάζονται. Γιατί στο τέλος, όλοι είμαστε άνθρωποι.
Αιωνία η μνήμη τους.
Αθανασία Παπαδοπούλου
27/1/2026
