Κάποτε ήταν η εξορία, η φυλακή, ο πόλεμος, η φτώχεια, οι αρρώστιες, οι επιδημίες και οι λιμοί. Ο άνθρωπος φοβόταν πράγματα που μπορούσε να δει, να αγγίξει, να αναγνωρίσει. Ήξερε πολλές φορές ποιος ήταν ο εχθρός του και, ακόμη κι όταν δεν μπορούσε να τον νικήσει, ήξερε απέναντι σε τι στεκόταν.
Σήμερα, ίσως έχουμε έναν εχθρό πολύ πιο ύπουλο. Δεν έχει πρόσωπο, δεν έχει σύνορα, δεν φορά στολή, δεν χρειάζεται όπλα. Λέγεται αδιαφορία.
Και το πιο επικίνδυνο είναι ότι δεν καταστρέφει μόνο την ψυχή. Καταστρέφει σιγά-σιγά την ίδια την έννοια της λέξης άνθρωπος. Μια λέξη μικρή, αλλά τόσο μεγάλη, που μέσα της χωράει η αγάπη, η συμπόνια, η αλληλεγγύη, η φροντίδα, η επικοινωνία, η ενσυναίσθηση. Τι μας συμβαίνει;
Δεν μας απειλούν μόνο οι ιοί, ο κορωνοϊός, η γρίπη Α, Β... Δεν είναι μόνο η κατάθλιψη, το άγχος και η μοναξιά. Υπάρχει και μια άλλη αρρώστια, που δεν ανιχνεύεται εύκολα στις εξετάσεις αίματος. Ο άνθρωπος απομακρύνεται από τον άνθρωπο.
Παίρνουμε χάπια για τη χοληστερίνη, την πίεση, τον θυρεοειδή. Παίρνουμε ηρεμιστικά, αγχολυτικά, αντικαταθλιπτικά. Τρέχουμε στους γιατρούς, φοβόμαστε μήπως έχουμε κάποια ασθένεια, κάνουμε εξετάσεις ή αποφεύγουμε να τις κάνουμε από φόβο. Κι όμως, ποιος εξετάζει την ψυχική μας απόσταση από τον διπλανό μας; Ποιος μετρά την έλλειψη ενδιαφέροντος; Ποιος μπορεί να διαγνώσει την αδιαφορία;
Και τα παιδιά; Το παιδί έχει ΔΕΠΥ και τρέχουμε στον ειδικό. Χρειάζεται λογοθεραπεία, εργοθεραπεία, ειδική αγωγή. Μετά αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, τένις, κολύμβηση, μουσική. Το πρόγραμμα γεμίζει. Η μέρα γεμίζει. Η ζωή γεμίζει. Ή μήπως όχι;
Γιατί μπορεί να γνωρίζουμε ακριβώς σε ποια ώρα αρχίζει το τένις του παιδιού μας, αλλά να μην ξέρουμε τι συνέβη σήμερα στο σχολείο. Μπορεί να γνωρίζουμε πόσες ασκήσεις έχει για τα αγγλικά, αλλά να μην έχουμε αντιληφθεί ότι εδώ και εβδομάδες είναι σιωπηλό. Μπορεί να πληρώνουμε τον καλύτερο ειδικό, αλλά να μην έχουμε καθίσει ποτέ δίπλα του και να του πούμε: «Πες μου. Τι σε απασχολεί;» Και εδώ βρίσκεται μια από τις μεγάλες αντιφάσεις της εποχής μας. Υπάρχουν γονείς υπερπροστατευτικοί, που φοβούνται τα πάντα για το παιδί τους. Δεν το αφήνουν να γυρίσει μόνο του από το φροντιστήριο, φοβούνται να κοιμηθεί στο σπίτι ενός φίλου, ελέγχουν το κινητό του, θέλουν να γνωρίζουν κάθε του βήμα.
Και υπάρχουν και γονείς που είναι ακριβώς το αντίθετο. Δεν φοβούνται τίποτα. Όχι επειδή εμπιστεύονται το παιδί τους, αλλά επειδή δεν έχουν χρόνο να ασχοληθούν μαζί του. Το παιδί μπορεί να μεγαλώνει μέσα σε ένα σπίτι γεμάτο πράγματα και να αισθάνεται συναισθηματικά άδειο. Ο γονιός μπορεί να είναι παρών στο σπίτι και απών από τη ζωή του παιδιού. Και αυτή ίσως είναι μια από τις πιο σκληρές μορφές αδιαφορίας. Η ψυχολογία έχει δείξει πόσο σημαντική είναι η ανταπόκριση του γονιού στα σήματα του παιδιού. Το παιδί εκφράζεται με μια λέξη, ένα βλέμμα, μια κίνηση, ένα κλάμα, έναν θυμό, μια ερώτηση. Ο ενήλικας ανταποκρίνεται. Αυτή η συνεχής «μπρος-πίσω» επικοινωνία χτίζει σχέση και αποτελεί σημαντικό μέρος της συναισθηματικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Αυτό είναι η ενσυναίσθηση στην πράξη. Δεν είναι να συμφωνώ πάντα με το παιδί. Δεν είναι να του κάνω όλα τα χατίρια. Δεν είναι να του αφαιρώ κάθε δυσκολία από τη ζωή.
Είναι να μπορώ να καταλάβω ότι πίσω από έναν θυμό μπορεί να υπάρχει φόβος. Πίσω από μια σιωπή μπορεί να υπάρχει θλίψη. Πίσω από μια επιθετική συμπεριφορά μπορεί να υπάρχει ανασφάλεια. Πίσω από το «δεν με νοιάζει» μπορεί να υπάρχει ένα παιδί που φοβάται ότι κανείς δεν νοιάζεται γι' αυτό. Η ενσυναίσθηση δεν σημαίνει ότι καταργούμε τα όρια. Σημαίνει ότι βάζουμε όρια χωρίς να καταργούμε τη σχέση. Και ίσως αυτό να είναι που λείπει περισσότερο σήμερα, η σχέση. Γιατί μπορεί να μεγαλώνουμε παιδιά με περισσότερες γνώσεις, περισσότερες δραστηριότητες, περισσότερες παροχές και περισσότερη προστασία, αλλά όχι απαραίτητα με περισσότερη συναισθηματική παρουσία. Είναι να μπορώ να καταλάβω ότι πίσω από έναν θυμό μπορεί να υπάρχει φόβος. Πίσω από μια σιωπή μπορεί να υπάρχει θλίψη. Πίσω από μια επιθετική συμπεριφορά μπορεί να υπάρχει ανασφάλεια. Πίσω από το «δεν με νοιάζει» μπορεί να υπάρχει ένα παιδί που φοβάται ότι κανείς δεν νοιάζεται γι' αυτό.
Η ενσυναίσθηση δεν σημαίνει ότι καταργούμε τα όρια. Σημαίνει ότι βάζουμε όρια χωρίς να καταργούμε τη σχέση.
Και υπάρχει και μια άλλη, πιο δύσκολη πλευρά. Υπάρχουν γονείς που δεν αδιαφόρησαν ποτέ για το παιδί τους. Το αντίθετο. Πήραν όλες τις ευθύνες πάνω τους, όλες έλυσαν κάθε πρόβλημα πριν προλάβει να το αντιμετωπίσει το παιδί, αποφάσισαν αντί γι' αυτό, το προστάτευσαν από κάθε δυσκολία, από κάθε απογοήτευση, από κάθε πιθανό πόνο. Το φρόντισαν τόσο πολύ, ώστε δεν του άφησαν αρκετό χώρο να μάθει να φροντίζει τον εαυτό του. Και κάπου εκεί μπορεί να συμβεί κάτι παράδοξο: Το παιδί να μεγαλώσει χωρίς να προλάβει να αναπτύξει τη δική του συναισθηματική ανθεκτικότητα, τη δική του κρίση, την ικανότητά του να διαχειρίζεται το συναίσθημά του και να μπαίνει στη θέση του άλλου. Σαν να δημιουργείται μια αναπηρία στο συναίσθημα, όχι επειδή δεν έχει αισθήματα, αλλά επειδή δεν του δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να μάθει πώς να τα αναγνωρίζει, να τα διαχειρίζεται και να τα μετατρέπει σε σχέση. Και το πιο οδυνηρό είναι ότι αυτά τα παιδιά μπορεί να έχουν μέσα τους τόσα πολλά να δώσουν. Αγάπη, τρυφερότητα, ευαισθησία, δημιουργικότητα, ενσυναίσθηση. Μόνο που κανείς δεν τους έμαθε ότι η ζωή δεν είναι να τους λύνουν όλοι τα προβλήματα, αλλά να μπορούν κάποτε να σταθούν μόνοι τους απέναντί τους.
Ίσως λοιπόν η σωστή γονεϊκότητα να μην βρίσκεται ούτε στην αδιαφορία ούτε στην υπερπροστασία. Να βρίσκεται κάπου στη μέση. Να είμαι δίπλα σου, χωρίς να ζω τη ζωή σου για σένα. Να σε προστατεύω, χωρίς να σε φοβίζω. Να σε βοηθώ, χωρίς να σου στερώ την ευκαιρία να προσπαθήσεις. Να σε ακούω, χωρίς να μιλώ πάντα εγώ για σένα.
Και ίσως αυτό να είναι που λείπει περισσότερο σήμερα: Η σχέση, γιατί μπορεί να μεγαλώνουμε παιδιά με περισσότερες γνώσεις, περισσότερες δραστηριότητες, περισσότερες παροχές και περισσότερη προστασία, αλλά όχι απαραίτητα με περισσότερη συναισθηματική παρουσία. Μπορεί να τους δίνουμε τα πάντα και, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, να τους στερούμε εκείνο που χρειάζονται περισσότερο: Την ευκαιρία να γίνουν άνθρωποι.
Κάποτε τα παιδιά έβγαιναν στις γειτονιές. Έπαιζαν μέχρι να νυχτώσει. Οι γονείς δεν γνώριζαν κάθε λεπτό πού βρίσκονταν. Υπήρχε κίνδυνος και τότε. Υπήρχαν προβλήματα και τότε. αλλά υπήρχε και η γειτονιά, υπήρχε ο γείτονας, υπήρχε η αυλή, υπήρχε το «πήγαινε να φωνάξεις τον πατέρα σου».
Σήμερα τα παιδιά συνεχίζουν να κάθονται στα παγκάκια. Αναρωτιέμαι όμως: Τι συζητούν;
Τι τα απασχολεί; Τι φοβούνται; Τι ονειρεύονται; Τι δεν τολμούν να πουν στους γονείς τους;
Πότε καθίσαμε όλοι μαζί στο τραπέζι χωρίς κινητά, χωρίς τηλεόραση, χωρίς βιασύνη;
Πότε ρωτήσαμε τον άνθρωπό μας «πώς είσαι;» και περιμέναμε πραγματικά να ακούσουμε την απάντηση; Έχουμε άραγε επικοινωνία ή απλώς ανταλλάσσουμε πληροφορίες; Έχουμε οικογένεια ή απλώς ανθρώπους που μένουν κάτω από την ίδια στέγη; Έχουμε φίλους ή απλώς followers; Έχουμε γείτονες ή απλώς ανθρώπους που κατοικούν στο διπλανό διαμέρισμα; Και έχουμε άραγε γονείς; Πού είναι η μάνα; Πού είναι ο πατέρας; Σε ποια γωνιά του καναπέ κάθονται, απορροφημένοι από την τηλεόραση; Ποιος τους ρωτά αν είναι καλά; Και εμείς, ποιον ακούμε;
«Κάνατε διακοπές;» Σήμερα σχεδόν πρέπει να υπάρχει φωτογραφία για να αποδειχθεί ότι περάσαμε καλά. Μια selfie για να αποδείξει ότι είμαστε ευτυχισμένοι. Μια φωτογραφία του σκύλου, της γάτας, του φαγητού, της παραλίας, του ηλιοβασιλέματος. like, καρδούλες, σχόλια. Και μέσα σε αυτή την υπερβολική έκθεση, μπορεί να κρύβεται μια τεράστια αορατότητα. Βλέπουμε τους πάντες, δεν βλέπουμε κανέναν.
Ίσως έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ το «δεν βαριέσαι», το «μη μπλέκεις», το «δεν είναι δική μου δουλειά», ώστε η αδιαφορία να έγινε τρόπος ζωής. Και η αδιαφορία δεν έρχεται ξαφνικά, έρχεται σαν την μοναξιά και αυτή, λίγο-λίγο. Σήμερα δεν θα ασχοληθούμε με τον γείτονα. Αύριο δεν θα ρωτήσουμε τον συνάδελφο. Μεθαύριο δεν θα ακούσουμε το παιδί. Κάποια στιγμή δεν θα μας ενδιαφέρει ούτε η αδικία που συμβαίνει μπροστά μας. Και τότε ο άνθρωπος παύει να είναι άνθρωπος για τον άνθρωπο. Κι εδώ ίσως βρίσκεται η πιο παράδοξη εικόνα της εποχής μας.
Το επόμενο χάπι μπορεί να μην είναι για τη χοληστερίνη. Μπορεί να μην είναι για την πίεση. Μπορεί να μην είναι καν ένα αντικαταθλιπτικό. Μπορεί να χρειαστούμε ένα χάπι για κάτι που δεν υπάρχει ακόμη στα φαρμακεία. Ένα χάπι για την αποξένωση. Ένα χάπι που θα μας κάνει να ξαναμιλήσουμε, να ξανακούσουμε, να ξαναεμπιστευτούμε, να ξανανοιαστούμε. Ένα χάπι που θα επαναφέρει τον άνθρωπο στον άνθρωπο. Πώς θα λέγεται άραγε αυτό το χάπι; Ίσως λέγεται ήδη ενσυναίσθηση, ίσως επικοινωνία, ίσως απλώς νοιάξιμο.
Το πρόβλημα είναι ότι κανένα από αυτά δεν αγοράζεται από το φαρμακείο.
«Μην σου τύχει». Αυτές οι τρεις λέξεις περιγράφουν ίσως ολόκληρη την εποχή μας.
Μην σου τύχει η αρρώστια.
Μην σου τύχει η ανεργία.
Μην σου τύχει η μοναξιά.
Μην σου τύχει η αδικία.
Μην σου τύχει να χρειαστείς τον άλλον.
Γιατί όταν έρθει η δική σου σειρά, μπορεί να ανακαλύψεις ότι όλοι είχαν πει το ίδιο. Και τότε η αδιαφορία δεν θα είναι κάπου «εκεί έξω». Θα είναι παντού. Και ίσως το τέλος μιας κοινωνίας δεν αρχίζει όταν πέφτουν οι τοίχοι της. Αρχίζει όταν οι άνθρωποι σταματούν να νοιάζονται ο ένας για τον άλλον. Αδιαφορήστε, λοιπόν, το τέλος έιναι πολύ κοντά. Τόσο κοντά όσο ο επόμενος πόλεμος. Και ίσως, αυτή τη φορά, ο μεγαλύτερος κίνδυνος να μην είναι μόνο ο πόλεμος που έρχεται. Να είναι η αδιαφορία με την οποία θα τον κοιτάξουμε.
Και τότε ίσως ψάχνουμε απεγνωσμένα έναν άνθρωπο ανάμεσα σε εκατομμύρια ανθρώπους. Και μαζί του, ένα χάπι που θα μας ξανακάνει ανθρώπους.
Πώς θα λέγεται άραγε;
Αθανασία Παπαδοπούλου
22/8/2026

