Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

ΗΛΙΑ, ΡΙΧΤΟ!

 


Τελευταία, βλέπουμε πολύ κόσμο με ένα μικρόφωνο στο χέρι. Τόσο κόσμο, που σε λίγο θα πρέπει να καθιερωθεί και ΚΤΕΟ φωνητικών χορδών. Γιατί το μικρόφωνο, βλέπεις, δεν είναι πια απλώς ένα εργαλείο δουλειάς. Για ορισμένους έχει γίνει προέκταση του εγώ τους, πιστοποιητικό σπουδαιότητας.

Την ίδια ώρα, καταξιωμένοι καλλιτέχνες μένουν χωρίς δουλειά, ενώ στις πίστες φαίνεται πως κυκλοφορούν περισσότερο τα μέσα παρά τα μεροκάματα. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε όσους έγραψαν τη δική τους ιστορία και σε όσους μόλις έμαθαν να προφέρουν τη λέξη συνεργασία, ξεφυτρώνουν και οι τελευταίοι των τελευταίων.

Αυτοί που καβάλησαν τόσο πολύ το καλάμι, που όπου να ’ναι θα ζητήσουν και αεροδιάδρομο προσγείωσης.

«Εγώ, ξέρεις, είχα συνεργασία με τον τάδε μεγάλο!»

Ποιον μεγάλο, χρυσό μου; Τον Μεγάλο Αδελφό; Τον Μεγάλο Ναπολέοντα; Ή μήπως εκείνον τον μεγάλο που, αν δεν υπήρχε το όνομά του στη μαρκίζα, δεν θα σε αναγνώριζε ούτε ο καθρέφτης σου;

Και τι ακριβώς αποδεικνύει μια συνεργασία; Ότι βρέθηκες κάποτε στον ίδιο χώρο με έναν σπουδαίο καλλιτέχνη; Συγχαρητήρια. Κι εγώ κάποτε πέρασα έξω από το Ηρώδειο. Δεν έγινα και η Μαρία Κάλλας.

Η κατάντια, όμως, δεν βρίσκεται ούτε στη μικρή ούτε στη μεγάλη πίστα. Η μουσική δεν έχει σύνορα, ούτε μετριέται με τετραγωνικά μέτρα, ακριβές σακάκι και αριθμό προβολέων. Η κατάντια αρχίζει εκεί όπου τελειώνει ο σεβασμός. Εκεί που η αγένεια βαφτίζεται δυναμικός χαρακτήρας, η αυθάδεια προσωπικότητα και το κόμπλεξ επαγγελματικό εκτόπισμα. Εκεί που ο ένας προσπαθεί να πατήσει τον άλλον για να φανεί λίγο ψηλότερος.

Βρε παιδιά, μια ερώτηση μόνο: Σας ενημέρωσε κανείς ότι υπάρχουν ειδικοί που μπορούν να βοηθήσουν έναν άνθρωπο να διαχειριστεί τις ανασφάλειές του; Ψυχολόγοι λέγονται, ψυχίατροι λέγονται, ανάλογα με την περίπτωση. Δεν είναι ντροπή να ζητάς βοήθεια. Ντροπή είναι να κάνεις τη δική σου δυστυχία επαγγελματικό πρόβλημα όλων των υπολοίπων.

Αλλά τι να λέμε τώρα; Αυτή η καλλιτεχνική μερίδα έχει μερικές φορές τέτοια ανθρωποφαγία, που αν μαζευτούν όλοι μαζί σε ένα τραπέζι, δεν χρειάζονται μενού. Θα φάνε ο ένας τον άλλον και θα ζητήσουν και λογαριασμό από τον τελευταίο που θα μείνει όρθιος. Και μετά θα ανέβουν στη σκηνή να τραγουδήσουν για την αγάπη.

Βρε, δεν μας το είπε ο Καζαντζίδης; Όλοι στο χώμα θα πάμε. Με κοστούμι ή με φόρμα, με χρυσό ρολόι ή χωρίς ρολόι, με χιλιάδες θαυμαστές ή με τρεις ανθρώπους που πραγματικά μας αγαπούν.

Βάλτε γραβάτα. Βάλτε και το βρακί σας ανάποδα, αν αυτό σας κάνει να νιώθετε σπουδαίοι. Κανείς δεν θα σας κρίνει για το ντύσιμο. Όταν, όμως, βγάλετε μπροστά την κακοτροπιά, την αγένεια και την αλαζονεία σας, μην περιμένετε ότι θα περάσετε απαρατήρητοι.

Γιατί ο κόσμος μπορεί να ξεχάσει τι τραγουδήσατε. Δύσκολα, όμως, ξεχνά πώς του φερθήκατε. Και τότε θα γυρνάτε σαν την άδικη κατάρα, αναρωτώμενοι γιατί δεν σας φωνάζει πια κανείς. Ίσως επειδή η σωτηρία της ψυχής να είναι πράγματι μεγάλο πράγμα, αλλά δεν περιλαμβάνεται στο νυχτοκάματο.

Θα έπρεπε, βέβαια, να τραβήξουμε μια κόκκινη γραμμή. Να πούμε ως εδώ. Γιατί υπήρξαν και ώρες μικρές, πικρές, που μας πλήγωσαν. Ώρες που μείναμε απ’ έξω, όχι απαραίτητα για τα δικά μας λάθη, αλλά για τα λάθη των άλλων. Και μείναμε όρθιοι, απτόητοι.

Κι αν νοικιάστηκε το δικό μας σπίτι, θα βρούμε άλλο. Η μουσική, ευτυχώς, δεν στεγάζεται σε ένα μόνο μαγαζί. Ούτε η αξιοπρέπεια χρειάζεται ταμπέλα νέον.

Άλλωστε, κοιτάξτε γύρω μας. Σχολεία με ταβάνια που θέλουν περισσότερη φροντίδα από τους μαθητές τους, κτίρια που εγκαινιάζονται με κορδέλες, κέντρα υγείας με εξοπλισμό αλλά όχι πάντα με τους ανθρώπους που χρειάζονται για να λειτουργήσουν όπως πρέπει. Κι ύστερα αναρωτιόμαστε γιατί όλοι θέλουν κάπου να ξεσκάσουν.

Ο κόσμος θέλει να γλεντήσει. Στα μπουζούκια, στα κλαμπ, στα κλασικά, στα ρεμπετάδικα. Θέλει να πιει ένα ποτό, να ακούσει μια καλή φωνή, να χορέψει, να ξεχαστεί. Θέλει να νιώσει πως για λίγες ώρες δεν τον κυνηγούν οι λογαριασμοί, οι έγνοιες και η καθημερινότητα. Γιατί, παιδιά, ο λαός τραγούδι θέλει. Και γλέντι θέλει. Και μια αγκαλιά θέλει, έστω και μέσα από ένα τραγούδι που έχει ακούσει χίλιες φορές.

Εντάξει, τώρα οι πίστες γράφουν πέντε ονόματα και οι υπόλοιποι ψάχνουν να βρουν πού θα χωρέσουν. Κάποιοι καταλήγουν στις μικρότερες πίστες, στα μαγαζιά της γειτονιάς, σε εκείνα που κάποτε θα αποκαλούσαμε υποτιμητικά «σκυλάδικα».

Κι όμως, έχω πάει σε σκυλάδικα με ποιότητα, ενέργεια, θετική διάθεση και ανθρώπους που ξέρουν να διασκεδάζουν. Έχω πάει και σε μαγαζιά με ωραίες ταμπέλες, μεγάλα ονόματα και τόση τοξικότητα, που στο τέλος αναρωτιέσαι αν πήγες να ακούσεις μουσική ή να παρακολουθήσεις συνεδρίαση διοικητικού συμβουλίου.

 Άκουσα και αυτό. "Παιδιά, στην ομάδα υπάρχει μόνο ένας υπεύθυνος και  οι υπόποιποι μόκο"! Αλήθεια; Και ποιος το αποφάσισε; Υπάρχει κανονισμός; Καταστατικό; ΦΕΚ; Γιατί, αν είναι να λειτουργούμε με τόσο αυστηρή ιεραρχία, να το ξέρουμε να φέρουμε και αριθμό πρωτοκόλλου μαζί με το όργανό μας.

Είναι, βέβαια, αστείο να μιλάμε για αδίκημα χωρίς νόμο. Αλλά στη νύχτα μερικοί δεν χρειάζονται νόμους. Έχουν φτιάξει τους δικούς τους. Και, φυσικά, είναι οι ίδιοι που τους ερμηνεύουν, τους εφαρμόζουν και στο τέλος απονέμουν και χάρη στον εαυτό τους.

Αφεντικά και δούλοι ένα γίναμε ούλοι. Άλλος κρατάει το μαγαζί, άλλος τη λίστα, άλλος το τηλέφωνο με τα μεγάλα ονόματα κι άλλος την ψευδαίσθηση ότι χωρίς αυτόν δεν θα ανάψει ούτε ένα φως στη σκηνή.

Και κάπου εκεί, μέσα στον αχταρμά των μεγάλων και των μικρών, εμφανίζονται και τα νέα παιδιά. Κάποια βγαίνουν με ύφος φιρμάτου πριν προλάβουν να μάθουν πού βρίσκεται το δεύτερο κουπλέ. Κάποια άλλα, όμως, σε εκπλήσσουν με την ευγένεια, τη σεμνότητα και την επαγγελματική τους συμπεριφορά. Μόνο που δεν τα ξέρει ο κόσμος, ρε γαμώτο!

Ξέρει τον άλλον. Εκείνον που έκανε το opening στον τάδε. Εκείνον που, επειδή κάποτε βρέθηκε δίπλα σε ένα μεγάλο όνομα, πιστεύει ότι απέκτησε και το δικαίωμα να κάνει κουμάντο στους υπόλοιπους.

Και τώρα, για να μην ξεχνιόμαστε, πες μας κι εσύ πού είσαι. Σε ποια πίστα εμφανίζεσαι; Πόσα τραπέζια έχεις; Πόσα ονόματα γράφει η αφίσα σου; Βλέπεις; Εκεί φτάσαμε. Να μετράμε τον άνθρωπο με το μαγαζί στο οποίο εργάζεται και όχι με τον τρόπο που στέκεται απέναντι στους άλλους.

Κι όμως, η νύχτα θέλει έρωτα. Θέλει πάθος. Θέλει μια βραδιά αξέχαστη, όχι απαραίτητα ακριβή. Θέλει ανθρώπους που να μπορούν να κοιταχτούν στα μάτια χωρίς να ψάχνουν ποιος είναι ανώτερος στην ιεραρχία της μαρκίζας. Γιατί η μουσική είναι τέχνη. Και η τέχνη, για να υπάρξει, χρειάζεται ψυχή.

Βέβαια, τέχνη είπαμε; Να την προσέχουμε κι αυτήν. Να τη φροντίζουμε, να την κρατάμε γερά, μην τυχόν και μας φύγει και την πάρει ο διπλανός μας. Γιατί, όπως πάμε, σε λίγο θα χρειάζεται να ασφαλίζουμε και το ταλέντο μας.

Κι αν πεινάσουμε στο μεταξύ; Ε, ας πεινάσουμε. Αρκεί να κρατάμε την τέχνη ψηλά. Μόνο που, όταν φτάσεις να υπερασπίζεσαι την αξιοπρέπειά σου απέναντι σε ανθρώπους που τη θεωρούν αδυναμία, πρέπει να θυμάσαι ότι η τέχνη δεν είναι υποχρεωμένη να γίνει άλλοθι για την κακή συμπεριφορά κανενός. Και τώρα, κάπου εκεί στο βάθος, νομίζω πως είδα φως.

«Έλα, ρε Ηλία! Πού είσαι; Ρίχ’ το, Ηλία!»

Τι έγινε; Έβαλες φωτιά; Φωτιά στα μπαράκια μας, φωτιά στις πίστες, φωτιά στα Σαββατόβραδα, φωτιά σε ό,τι μας έμεινε από κέφι και αλήθεια! Τρέξτε να σωθείτε!

Όχι από τους φτωχούς μουσικούς που παλεύουν για ένα μεροκάματο. Ούτε από τα μικρά μαγαζιά που κρατούν ζωντανή τη νύχτα. Αλλά από εκείνους που μπέρδεψαν τη θέση εργασίας με την εξουσία, την ανασφάλεια με την προσωπικότητα και την αγένεια με το μεγαλείο.

Κι ας μην τους κρίνουμε τόσο εύκολα. Πολλές φορές πίσω από την πιο θορυβώδη συμπεριφορά κρύβεται μια ιστορία πικρή. Ένα παιδί που κάποτε δεν ακούστηκε, ένας άνθρωπος που κάποτε δεν μετρήθηκε, κάποιος που έμαθε να φωνάζει επειδή δεν κατάφερε να ζητήσει όσα είχε ανάγκη.

Μην τους λυπάστε, όμως, τόσο ώστε να τους επιτρέπετε να σας πληγώνουν. Η κατανόηση δεν σημαίνει ανοχή στα πάντα. Μπορείς να καταλάβεις τον πόνο του άλλου χωρίς να γίνεις ο σάκος του μποξ του.

Γιατί κάποιοι πήραν το μικρόφωνο και φώναξαν δυνατά όλα εκείνα που δεν μπόρεσαν να πουν όταν έπρεπε. Μόνο που ξέχασαν πως το μικρόφωνο δυναμώνει τη φωνή. Δεν μεγαλώνει απαραίτητα και τον άνθρωπο. Και κάπως έτσι φτάνουμε στο τέλος.

Παιδιά, ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα. Όχι γιατί τελείωσε η μουσική. Αλλά γιατί, αν συνεχίσουμε έτσι, θα μείνουμε όλοι μέσα σε μια αίθουσα γεμάτη εγωισμούς, με τα όργανα κουρδισμένα και τις ψυχές ξεκούρδιστες.

Η ζωή μας, άλλωστε, είναι ένα φυτό αναρριχώμενο. Άλλος ανεβαίνει πιασμένος από την αξία του, άλλος από την πλάτη του διπλανού του κι άλλος μπλέκεται τόσο πολύ στα κλαδιά του εγωισμού του, που στο τέλος δεν μπορεί να ξεχωρίσει ούτε τις ρίζες του.

Και μη μου πείτε πως δεν τα ξέραμε όλα αυτά. Τα ξέραμε. Απλώς κάναμε πως δεν βλέπαμε, γιατί κάποτε ελπίζαμε πως θα ερχόταν και η δική μας σειρά.

Μόνο που υπάρχει μία ουσία που δεν αλλάζει, όσα ονόματα κι αν γραφτούν στις αφίσες, όσα μαγαζιά κι αν γεμίσουν, όσες συνεργασίες κι αν διαφημιστούν: Μια είναι η ουσία δεν υπάρχει αθανασία.

Και όταν πέσουν τα φώτα, όταν σβήσει η μουσική και όταν αδειάσει η πίστα, δεν θα μείνει ούτε η μαρκίζα ούτε το καλάμι ούτε το δήθεν μεγαλείο. Θα μείνει μόνο αυτό που ήσουν για τους ανθρώπους.

Γι’ αυτό, Ηλία, καλά έκανες και το ’ριξες. Γιατί, καμιά φορά, εκείνος που ανάβει τη φωτιά δεν είναι ο πιο επικίνδυνος.Είναι απλώς ο μόνος που κατάλαβε πως όλα γύρω του είχαν ήδη καεί.


 Η νυχτερινή ζωή της Αθήνας αποτέλεσε την κύρια πηγή έμπνευσης για το παρόν κείμενo. To αφιερώνω στον αγαπημένο μου Αντώνη Βαμβούκα, έναν πιστό και ρομαντικό λάτρη της μουσικής, που εδώ και 30 χρόνια παραμένει αφοσιωμένος στην τέχνη, υπηρετώντας την με πάθος, συνέπεια και αγάπη.

Αθανασία Παπαδοπούλου

14/10/2026


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΗΛΙΑ, ΡΙΧΤΟ!

  Τελευταία, βλέπουμε πολύ κόσμο με ένα μικρόφωνο στο χέρι. Τόσο κόσμο, που σε λίγο θα πρέπει να καθιερωθεί και ΚΤΕΟ φωνητικών χορδών. Γιατί...