Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

Η ΒΟΛΕΜΕΝΗ ΓΡΑΒΑΤΑ & Η ΚΑΡΕΚΛΑ


 Το καφενείο του χωριού ήταν όπως κάθε πρωί.

Τρεις ψάθινες καρέκλες έτριζαν, δύο τραπέζια κουνούσαν, ο ανεμιστήρας έκανε περισσότερο θόρυβο απ’ όσο αέρα και η τηλεόραση στον τοίχο έπαιζε ειδήσεις, γιατί κανείς δεν την παρακολουθούσε, αλλά όλοι είχαν άποψη για όσα έλεγε.
Ο Γιώργης, ο μεροκαματιάρης, μπήκε κρατώντας τη μέση του.
— Τι καρέκλες είναι αυτές, ρε;
— Καρέκλες είναι, τι να ’ναι; του απάντησε ο μπάρμπα-Θανάσης πίσω από τον πάγκο.
— Πότε θα τις αλλάξεις;
— Γιατί; Σε πείραξαν;
— Από την εποχή της χούντας τις έχεις!
— Άσε μας, ρε Γιώργη. Άμα δε σ’ αρέσουν, μην έρχεσαι.
— Ε, άμα συνεχίσεις να τις έχεις έτσι, σε λίγο δε θα έρχομαι γιατί θα μπαίνω με το ορθοπεδικό.
— Κάτσε κάτω και μη γκρινιάζεις.
— Να κάτσω; Πού; Στην ψάθα που έχει ανοίξει σαν στόμα;
Ο Γιώργης κάθισε προσεκτικά.
— Ωχ!
— Τι έπαθες;
— Μπήκε η ψάθα μέσα μου!
Από το διπλανό τραπέζι ακούστηκε γέλιο.
Στην τηλεόραση εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ένας πολιτικός με κουστούμι, γραβάτα και γυαλιστερό παπούτσι.
Ο Γιώργης τον κοίταξε.
— Να! Κοίτα τους!
— Ποιους;
— Αυτούς που κάθονται στις τηλεοράσεις όλη μέρα. Όλο γραβάτα και κουστούμι.
— Ε, πολιτικοί είναι.
— Το ίδιο είσαι κι εσύ κι αυτοί;
— Εγώ;
— Εσύ! Κοίτα κουστούμι, γραβάτα, λουστρίνι παπούτσι! Εσύ έχεις γίνει ίδιος.
— Εγώ έχω ένα κουστούμι για γάμους και κηδείες.
— Κι αυτοί έχουν ένα για εκλογές και εγκαίνια.
— Εγώ τουλάχιστον ιδρώνω.
— Αυτοί ιδρώνουν;
— Ιδρώνουν.
— Πού;
— Στην κάμερα.
— Α, μάλιστα.
Ο Γιώργης ξανακάθισε.
— Πω ρε φίλε... πιάστηκε ο κώλος μου.
— Τι να σου κάνω;
— Να αλλάξεις τις καρέκλες!
— Άμα δε σου αρέσουν, να πας στα χωράφια να δουλέψεις.
— Εγώ από τα χωράφια έρχομαι!
— Ε, τότε τι γυρεύεις εδώ;
— Να πιω έναν καφέ και να ξεκουραστώ.
— Να ξεκουραστείς; Εσύ και οι άλλοι μου μαζευτήκατε εδώ και όλη μέρα πρέφα, τάβλι και κουβέντα!
— Εσύ τι κάνεις;
— Εγώ δουλεύω!
— Τι δουλεύεις;
— Το καφενείο.
— Φτιάξε γρήγορα έναν τουρκικό με ολίγη!
— Εδώ είναι Ελλάδα, ρε!
— Γι’ αυτό στον ζητάω. Να μην ξεχνιόμαστε.
Ο καφετζής του πέταξε μια πετσέτα.
— Άντε, κάτσε ήσυχα.
— Πώς να κάτσω; Δεν έχω πια καρέκλα. Έχω εμφύτευμα.
Η τηλεόραση συνέχιζε.
Ο πολιτικός μιλούσε για «στήριξη της κοινωνίας».
Ο Γιώργης πλησίασε.
— Τι είπε;
— Ότι θα στηρίξουν την κοινωνία.
— Πού;
— Τι πού;
— Στην πλάτη;
— Μάλλον.
— Να τους πεις να στηρίξουν πρώτα την καρέκλα μου. Η κοινωνία ας περιμένει.
Ο μπάρμπα-Θανάσης γέλασε.
— Ρε Γιώργη, όλο γκρινιάζεις.
— Εγώ γκρινιάζω; Εσύ έχεις καρέκλες που αντέχουν λιγότερο από κυβέρνηση.
— Μη λες μεγάλες κουβέντες.
— Εγώ; Αυτοί τις λένε.
Στην τηλεόραση άλλαξε θέμα.
«Η τιμή της βενζίνης...»
Ο Γιώργης άνοιξε τα μάτια.
— Πόσο;
— Δύο δώδεκα.
— Τι;
— Η βενζίνη. 2,12.
— Α, ωραία.
Ο καφετζής χαμογέλασε.
— Μην ανησυχείς. Θα σου δώσουν λεφτά να πας σούπερ μάρκετ.
— Ποιοι;
— Αυτοί με τις γραβάτες.
— Και μετά;
— Θα ψωνίσεις μακαρόνια Μαρατα.
— Κι αυτοί;
— Αυτοί θα φάνε με χρυσά κουτάλια.
— Ε, τότε να μου δώσουν και κανένα χρυσό κουτάλι να ανακατεύω τον καφέ.
— Εσύ θέλεις και πολλά.
— Όχι. Θέλω να μη χρειάζομαι επίδομα για να αγοράσω τα βασικά.
— Σώπα, θα σε ακούσουν.
— Να με ακούσουν! Τόσα χρόνια ακούν μόνο τον ήχο από τα χειροκροτήματα.
Στο διπλανό τραπέζι ένας ηλικιωμένος φώναξε:
— Ρε παιδιά, χαμηλώστε λίγο! Δεν ακούω την τηλεόραση.
— Εσύ τι θες να ακούσεις;
— Την αλήθεια.
— Τότε κλείσε την τηλεόραση.
Σιωπή.
— Τι είπες;
— Τίποτα.
Λίγο αργότερα, η συζήτηση πήγε στα νοσοκομεία.
— Ρε συ, το άκουσες προχθές το άλλο στο νοσοκομείο;
— Τι;
— Ήρθε ο υπουργός με ένα tablet.
— Τι είναι αυτό;
— Κινητό σε μεγέθυνση.
— Και γιατί δεν είχε κινητό;
— Είχε.
— Ε, τότε;
— Το tablet είναι μεγαλύτερο.
— Α, δεν βλέπει;
— Άσε τώρα, μην αρχίσουμε τα γυαλιά.
— Τι γυαλιά;
— Μυωπίας, πρεσβυωπίας...
— Στη Νάπολη βγήκαν γυαλιά που ακούς μουσική χωρίς να ενοχλείς τον διπλανό σου.
— Χαχαχα! Άσε μας, ρε μπάρμπα, και φέρε τον καφέ μας. Μας έσκασες!
— Εγώ σας έσκασα;
— Ναι!
— Εσύ κάθεσαι σε καρέκλα από το ’74 και μιλάς για τεχνολογία.
— Εδώ έχεις δίκιο.
— Και ξέρεις τι είπε ο υπουργός;
— Τι;
— Ότι οι ασθενείς αξιολόγησαν το νοσοκομείο.
— Και;
— Πήρε 4,2 αστέρια.
Ο Γιώργης έμεινε ακίνητος.
— Τι είναι το νοσοκομείο; Ταβέρνα;
— Έτσι φαίνεται.
— Και ποιον αξιολόγησαν;
— Τους γιατρούς.
— Λάθος,το σύστημα να αξιολογήσουν
— Ναι.
— Να του πεις να αξιολογήσουν κι εμένα.
— Εσένα γιατί;
— Να δω πόσα αστέρια θα πάρω που άντεξα σαράντα χρόνια δουλειά.
— Εσύ πόσα θα έδινες στο νοσοκομείο;
— Αν με περιποιηθούν, πέντε.
— Καλά έκανε λοιπόν. 4,2 αστέρια. Εξυπηρετήθηκαν όλοι.
— Ναι. Εξυπηρετήθηκαν όλοι.
— Ε, ωραία!
— Και την επόμενη μέρα έπεσε το ταβάνι σε έναν θάλαμο.
Σιωπή.
Ο μπάρμπα-Θανάσης έξυσε το κεφάλι του.
— Α, αυτό είναι άλλο.
— Γιατί;
— Η αξιολόγηση ήταν για την εξυπηρέτηση.
— Α, μάλιστα.
— Τα ντουβάρια είναι άλλη δουλειά.
— Ε, τότε να βάλουν και δεύτερη αξιολόγηση.
— Τι αξιολόγηση;
— «Πόσα αστέρια δίνετε στο ταβάνι που δεν σας έπεσε στο κεφάλι;»
— Ρε Γιώργη...
— Τι;
— Θα μας τρελάνεις.
— Εγώ; Αυτοί μας αξιολογούν με αστέρια ενώ εμείς μετράμε αν θα βγει ο μήνας.
Στην τηλεόραση εμφανίστηκε πάλι πολιτικός.
Γραβάτα.
Κουστούμι.
Λουστρίνι.
Ο Γιώργης τον έδειξε.
— Να τον.
— Τι;
— Αυτόν.
— Τι έχει;
— Δεν πνίγεται;
— Από τι;
— Από τη γραβάτα.
— Γιατί να πνιγεί;
— Τόσες ώρες δεμένη στον λαιμό του.
— Εσύ μη φοβάσαι. Την έχει συνηθίσει.
— Και την καρέκλα;
— Ποια καρέκλα;
— Αυτή που κάθεται.
Ο μπάρμπα-Θανάσης κοίταξε την καρέκλα του Γιώργη.
— Εσύ έχεις εμμονή με τις καρέκλες.
— Γιατί ξέρω τι σημαίνει καρέκλα.
— Δηλαδή;
— Άλλος κάθεται και ξεκουράζεται. Άλλος κάθεται και αποφασίζει. Άλλος κάθεται και περιμένει να τον πληρώσουν.
— Κι εσύ;
— Εγώ σηκώνομαι.
— Γιατί;
— Για να πάω στη δουλειά.
— Κι αυτοί;
Ο Γιώργης κοίταξε την τηλεόραση.
— Αυτοί σηκώνονται μόνο όταν αλλάζει η φωτογραφία.
— Και τι προτείνεις;
— Να τους δώσουμε μια καρέκλα σαν τη δική μου.
— Γιατί;
— Να δουν πόσο άνετα είναι να κάθεσαι όταν σου πιάνει τον κώλο η πραγματικότητα.
Για λίγα δευτερόλεπτα κανείς δεν μίλησε.
Έπειτα ο μπάρμπα-Θανάσης σηκώθηκε.
— Αύριο θα κάνω δημόσιο αίτημα στην κοινότητα.
— Για τι;
— Για τις καρέκλες.
— Επιτέλους!
— Δεν θα πάθουμε εμείς οσφυαλγία επειδή εσύ δε θες να τις αλλάξεις.
— Θα τις αλλάξω.
— Πότε;
— Όταν βρω λεφτά.
— Δηλαδή ποτέ.
— Άιντε, πιες τον καφέ σου.
— Κι εσύ κοίτα εκεί τι λέει αυτός με τη γραβάτα και άσε την καρέκλα.
— Τι λέει;
— Ότι όλα πάνε καλύτερα.
Ο Γιώργης κοίταξε την ψάθινη καρέκλα.
Έτριξε.
Κρακ.
Έπεσε ένα κομμάτι ψάθα στο πάτωμα.
— Ναι, είπε. Όλα πάνε καλύτερα.
Κρακ.
— Μόνο που εμείς πάμε από κάτω.
Κρακ.
— Και αυτοί από πάνω.
Ξαφνικά ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος.
ΜΠΟΥΜ!
Το ταβάνι άρχισε να τρίζει.
— Ρε παιδιά...
— Τι έγινε;
— Νομίζω θα πέσει!
— Μη φοβάσαι. Θα το αξιολογήσουμε μετά.
ΜΠΟΥΜ!
Ένα δοκάρι έπεσε.
Οι καρέκλες αναποδογύρισαν.
Το τραπέζι έσπασε.
Η ψάθα σκορπίστηκε.
Ο καφετζής έτρεξε προς την έξοδο.
— Βγείτε έξω!
— Η τηλεόραση!
— Άσ’ την!
— Όχι!
Το καφενείο άρχισε να γκρεμίζεται.
Οι τοίχοι υποχώρησαν.
Τα τραπέζια έγιναν ξυλεία.
Οι καρέκλες έγιναν καυσόξυλα.
Η γραβάτα του πολιτικού συνέχισε να ανεμίζει στην οθόνη.
Και μέσα σε όλο αυτό το χάος, η τηλεόραση έμεινε όρθια.
Μόνη.
Ακλόνητη.
Σαν να είχε φτιαχτεί από άλλο υλικό.
Και ενώ γύρω της δεν είχε μείνει τίποτα, εκείνη συνέχιζε να παίζει.
Όχι ειδήσεις.
Ένα παλιό σίριαλ.
Εκείνο το σίριαλ που βλέπαμε παλιά.
Τότε που οι ρόλοι ήταν γνωστοί.
Ο ένας ο φτωχός.
Ο άλλος ο πλούσιος.
Ο ένας ο εργάτης.
Ο άλλος ο αφεντικός.
Ο ένας ο λαός.
Ο άλλος αυτός με τη γραβάτα.
Ο Γιώργης στάθηκε μέσα στα χαλάσματα και κοίταξε την οθόνη.
— Ρε μπάρμπα...
— Τι;
— Πού πήγαν τελικά οι νέοι ρόλοι;
Ο μπάρμπα-Θανάσης κοίταξε γύρω του.
Καρέκλες σπασμένες.
Τραπέζια γκρεμισμένα.
Το καφενείο διαλυμένο.
Μόνο η τηλεόραση όρθια.
— Μάλλον, είπε, μείναμε στο παλιό.
Ο Γιώργης χαμογέλασε πικρά.
— Και το παλιό, βλέπεις...
Κοίταξε την οθόνη.
— ...ξέρει πάντα πού να βάλει τον καθένα να κάθεται.
Η τηλεόραση συνέχισε να παίζει.
Το παλιό σίριαλ.
Οι παλιοί ρόλοι.
Οι ίδιες καρέκλες.
Μόνο που τώρα δεν υπήρχε πια καφενείο.
Κι όμως...
η τηλεόραση έμενε όρθια.
Μήπως τελικά αυτό ήταν το μόνο που δεν χρειαζόταν ποτέ επισκευή;
Ή μήπως εμείς είχαμε ξεχάσει να αλλάξουμε κανάλι;
Καλό μήνα.
Αθανασία Παπαδοπούλου
1/10/26

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΗΛΙΑ, ΡΙΧΤΟ!

  Τελευταία, βλέπουμε πολύ κόσμο με ένα μικρόφωνο στο χέρι. Τόσο κόσμο, που σε λίγο θα πρέπει να καθιερωθεί και ΚΤΕΟ φωνητικών χορδών. Γιατί...