Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026

Από π.μ. μέχρι μ.μ.

 

Μια ημέρα δεν είναι ποτέ ίδια για όλους

Από π.μ. μέχρι μ.μ. Κι ύστερα πάλι από την αρχή.

Οι δείκτες του ρολογιού κινούνται με την ίδια ταχύτητα για όλους. Το πρωί έρχεται την ίδια ώρα, το μεσημέρι διαδέχεται το πρωινό, το απόγευμα βρίσκει τη θέση του και η νύχτα σκεπάζει τα πάντα. Κι όμως, καμία ημέρα δεν είναι πραγματικά ίδια με την ημέρα κάποιου άλλου. Ούτε καν με τη δική μας χθεσινή ημέρα.

Για έναν άνθρωπο, η μέρα αρχίζει με το ξυπνητήρι που χτυπά επίμονα. Ένας καφές στο πόδι, ένα βλέμμα στην οθόνη του κινητού, μηνύματα που περιμένουν απάντηση, δουλειές που δεν τελειώνουν ποτέ, υποχρεώσεις που στοιβάζονται η μία πάνω στην άλλη. Τρέχει να προλάβει. Να φτάσει, να απαντήσει, να τελειώσει, να κερδίσει χρόνο. Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, η ημέρα περνάει χωρίς να την έχει πραγματικά ζήσει. Μόνο όταν βραδιάσει αναρωτιέται πότε πέρασαν τόσες ώρες.

Για έναν άλλον, το πρωί αρχίζει μέσα σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου. Το φως μπαίνει από το παράθυρο, οι διάδρομοι γεμίζουν βήματα, οι νοσηλευτές αλλάζουν βάρδιες, τα μηχανήματα συνεχίζουν τους δικούς τους μονότονους ήχους. Εκεί, ο χρόνος μετριέται διαφορετικά. Δεν μετριέται σε ραντεβού και εκκρεμότητες, αλλά σε αποτελέσματα εξετάσεων, σε μια καλή είδηση, σε έναν πόνο λιγότερο, σε μια επίσκεψη που άργησε να έρθει. Εκεί, μια απλή φράση, «όλα πήγαν καλά», μπορεί να αξίζει περισσότερο από χίλιες συνηθισμένες ημέρες έξω από τους τοίχους του νοσοκομείου.

Και κάπου αλλού, σε ένα διαμέρισμα μιας πολυκατοικίας, μια ηλικιωμένη γυναίκα ξυπνά μόνη. Φτιάχνει τον καφέ της, ίσως ζεσταίνει λίγο γάλα, τακτοποιεί το ίδιο τραπεζομάντιλο που στρώνει εδώ και χρόνια. Ανοίγει την τηλεόραση. Όχι απαραίτητα επειδή θέλει να δει κάτι, αλλά επειδή η σιωπή του σπιτιού έχει γίνει βαριά. Οι φωνές της τηλεόρασης γεμίζουν τα δωμάτια, σαν να υπάρχει κάποιος εκεί. Κοιτάζει πού και πού το τηλέφωνο. Ίσως χτυπήσει. Ίσως κάποιος θυμηθεί να ρωτήσει πώς είναι, αν έφαγε, αν χρειάζεται κάτι. Και η ημέρα της περνάει ανάμεσα σε γνώριμους τοίχους, σε αναμνήσεις που της κρατούν συντροφιά και σε ώρες που μοιάζουν μεγαλύτερες απ' όσο είναι.

Την ίδια στιγμή, κάποιος άλλος δεν αντέχει να μείνει μέσα. Βγαίνει για έναν καφέ, συναντά φίλους, περπατά στους δρόμους, χαζεύει τις βιτρίνες, μιλά με γνωστούς, γελά, επιστρέφει σπίτι και ξαναφεύγει. Η ημέρα του γεμίζει εικόνες, φωνές και ανθρώπους. Ίσως να μην καταλαβαίνει πόσο πολύτιμη είναι αυτή η δυνατότητα: να ανοίγει την πόρτα και να πηγαίνει όπου θέλει, να επιλέγει πού θα καθίσει, με ποιον θα μιλήσει, πότε θα επιστρέψει. Για εκείνον, όλα αυτά είναι απλώς η καθημερινότητά του. Για κάποιον άλλον, μπορεί να είναι μια πολυτέλεια που του λείπει.

Τέσσερις άνθρωποι. Μία ημέρα. Το ίδιο πρωινό, το ίδιο μεσημέρι, το ίδιο ηλιοβασίλεμα. Κι όμως, τέσσερις διαφορετικοί κόσμοι.

Κι εμείς, τόσο απορροφημένοι από τον δικό μας κόσμο, πόσο συχνά σταματάμε για να σκεφτούμε τον κόσμο του διπλανού μας; Πόσες φορές εκνευριζόμαστε επειδή περιμένουμε στην ουρά, επειδή αργεί το λεωφορείο, επειδή κάποιος μας καθυστέρησε, επειδή η μέρα δεν πήγε όπως τη σχεδιάσαμε; Πόσες φορές κοιτάζουμε το ρολόι και λέμε «πότε θα περάσει κι αυτή η μέρα», λες και η ημέρα είναι ένα εμπόδιο που πρέπει να ξεπεράσουμε για να φτάσουμε επιτέλους κάπου αλλού;

Κι αν αυτό το «κάπου αλλού» δεν έρθει ποτέ όπως το περιμένουμε;

Δεν είναι όλες οι ημέρες όμορφες. Δεν είναι όλες οι στιγμές για να τις απολαύσουμε. Υπάρχουν μέρες που πονάμε, που φοβόμαστε, που κουραζόμαστε, που νιώθουμε μόνοι, που παλεύουμε με προβλήματα τα οποία κανείς δεν βλέπει. Δεν χρειάζεται να προσποιούμαστε πως όλα είναι υπέροχα. Χρειάζεται, όμως, ίσως, να μάθουμε να αναγνωρίζουμε εκείνα τα μικρά που χάνονται μέσα στη βιασύνη μας: έναν καφέ που πίνουμε χωρίς να κοιτάζουμε την ώρα, ένα χέρι που μας αγγίζει με αγάπη, ένα τηλεφώνημα που μας θυμίζει ότι κάποιος μας σκέφτεται, μια βόλτα χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, ένα παράθυρο ανοιχτό και λίγο καθαρό αέρα.

Γιατί αυτό που για εμάς είναι αυτονόητο, για κάποιον άλλον μπορεί να είναι όνειρο. Κι αυτό που σήμερα προσπερνάμε αδιάφορα, αύριο μπορεί να είναι εκείνο που θα λαχταράμε να ξαναζήσουμε.

Κι όμως, ακόμη κι αυτή η επανάληψη, αυτή η φαινομενικά ίδια καθημερινότητα, δεν σημαίνει πως ο χρόνος χάνεται. Η ρουτίνα δεν είναι ένα κενό ανάμεσα σε δύο σημαντικές στιγμές ούτε μια αναμονή μέχρι να συμβεί κάτι διαφορετικό. Είναι η ίδια η ζωή που προχωρά, μέσα από μικρές, γνώριμες κινήσεις, μέσα από συνήθειες που μας κρατούν όρθιους, μέσα από ημέρες που μοιάζουν ίδιες, αλλά ποτέ δεν είναι ακριβώς ίδιες. Κάθε πρωινός καφές, κάθε άνοιγμα του παραθύρου, κάθε γνώριμη διαδρομή κρύβει κάτι από τον χρόνο που μας δίνεται. Δεν χρειάζεται κάθε μέρα να είναι ξεχωριστή για να έχει αξία. Αρκεί να καταλάβουμε πως ακόμη και μέσα στην πιο συνηθισμένη μας ημέρα, η ζωή δεν σταματά να συμβαίνει.

Η ημέρα δεν είναι μόνο οι ώρες που περνούν. Είναι όσα προλαβαίνουμε να αισθανθούμε μέσα σε αυτές. Είναι όσα βλέπουμε, αλλά και όσα δεν προσέχουμε. Είναι οι άνθρωποι που συναντάμε, αλλά και εκείνοι που περιμένουν μάταια μια συνάντηση. Είναι η ελευθερία να βγούμε από το σπίτι, αλλά και η ανάγκη να βρεθεί κάποιος να μας χτυπήσει την πόρτα.

Και όταν έρθει το βράδυ, όλοι θα έχουμε περάσει από την ίδια ημερομηνία. Δεν θα έχουμε, όμως, ζήσει την ίδια ημέρα.

Γι' αυτό, ίσως, την επόμενη φορά που θα κοιτάξουμε το ρολόι και θα αναρωτηθούμε πότε θα περάσει η μέρα, αξίζει να σταθούμε για λίγο. Όχι για να αρνηθούμε την κούρασή μας, ούτε για να αγνοήσουμε όσα μας βαραίνουν, αλλά για να θυμηθούμε πως αυτή η συνηθισμένη ημέρα, που τόσο βιαζόμαστε να τελειώσει, είναι μια ημέρα από τη ζωή μας.

Και η ζωή, όσο κι αν την αναβάλλουμε για όταν θα έχουμε περισσότερο χρόνο, συμβαίνει τώρα.

Από π.μ. μέχρι μ.μ. Για τον καθένα διαφορετικά.

Για όλους, όμως, με τον ίδιο πολύτιμο χρόνο που περνά και δεν επιστρέφει!

Αθανασία Παπαδοπούλου

27-10-26


Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

ΗΛΙΑ, ΡΙΧΤΟ!

 


Τελευταία, βλέπουμε πολύ κόσμο με ένα μικρόφωνο στο χέρι. Τόσο κόσμο, που σε λίγο θα πρέπει να καθιερωθεί και ΚΤΕΟ φωνητικών χορδών. Γιατί το μικρόφωνο, βλέπεις, δεν είναι πια απλώς ένα εργαλείο δουλειάς. Για ορισμένους έχει γίνει προέκταση του εγώ τους, πιστοποιητικό σπουδαιότητας.

Την ίδια ώρα, καταξιωμένοι καλλιτέχνες μένουν χωρίς δουλειά, ενώ στις πίστες φαίνεται πως κυκλοφορούν περισσότερο τα μέσα παρά τα μεροκάματα. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε όσους έγραψαν τη δική τους ιστορία και σε όσους μόλις έμαθαν να προφέρουν τη λέξη συνεργασία, ξεφυτρώνουν και οι τελευταίοι των τελευταίων.

Αυτοί που καβάλησαν τόσο πολύ το καλάμι, που όπου να ’ναι θα ζητήσουν και αεροδιάδρομο προσγείωσης.

«Εγώ, ξέρεις, είχα συνεργασία με τον τάδε μεγάλο!»

Ποιον μεγάλο, χρυσό μου; Τον Μεγάλο Αδελφό; Τον Μεγάλο Ναπολέοντα; Ή μήπως εκείνον τον μεγάλο που, αν δεν υπήρχε το όνομά του στη μαρκίζα, δεν θα σε αναγνώριζε ούτε ο καθρέφτης σου;

Και τι ακριβώς αποδεικνύει μια συνεργασία; Ότι βρέθηκες κάποτε στον ίδιο χώρο με έναν σπουδαίο καλλιτέχνη; Συγχαρητήρια. Κι εγώ κάποτε πέρασα έξω από το Ηρώδειο. Δεν έγινα και η Μαρία Κάλλας.

Η κατάντια, όμως, δεν βρίσκεται ούτε στη μικρή ούτε στη μεγάλη πίστα. Η μουσική δεν έχει σύνορα, ούτε μετριέται με τετραγωνικά μέτρα, ακριβές σακάκι και αριθμό προβολέων. Η κατάντια αρχίζει εκεί όπου τελειώνει ο σεβασμός. Εκεί που η αγένεια βαφτίζεται δυναμικός χαρακτήρας, η αυθάδεια προσωπικότητα και το κόμπλεξ επαγγελματικό εκτόπισμα. Εκεί που ο ένας προσπαθεί να πατήσει τον άλλον για να φανεί λίγο ψηλότερος.

Βρε παιδιά, μια ερώτηση μόνο: Σας ενημέρωσε κανείς ότι υπάρχουν ειδικοί που μπορούν να βοηθήσουν έναν άνθρωπο να διαχειριστεί τις ανασφάλειές του; Ψυχολόγοι λέγονται, ψυχίατροι λέγονται, ανάλογα με την περίπτωση. Δεν είναι ντροπή να ζητάς βοήθεια. Ντροπή είναι να κάνεις τη δική σου δυστυχία επαγγελματικό πρόβλημα όλων των υπολοίπων.

Αλλά τι να λέμε τώρα; Αυτή η καλλιτεχνική μερίδα έχει μερικές φορές τέτοια ανθρωποφαγία, που αν μαζευτούν όλοι μαζί σε ένα τραπέζι, δεν χρειάζονται μενού. Θα φάνε ο ένας τον άλλον και θα ζητήσουν και λογαριασμό από τον τελευταίο που θα μείνει όρθιος. Και μετά θα ανέβουν στη σκηνή να τραγουδήσουν για την αγάπη.

Βρε, δεν μας το είπε ο Καζαντζίδης; Όλοι στο χώμα θα πάμε. Με κοστούμι ή με φόρμα, με χρυσό ρολόι ή χωρίς ρολόι, με χιλιάδες θαυμαστές ή με τρεις ανθρώπους που πραγματικά μας αγαπούν.

Βάλτε γραβάτα. Βάλτε και το βρακί σας ανάποδα, αν αυτό σας κάνει να νιώθετε σπουδαίοι. Κανείς δεν θα σας κρίνει για το ντύσιμο. Όταν, όμως, βγάλετε μπροστά την κακοτροπιά, την αγένεια και την αλαζονεία σας, μην περιμένετε ότι θα περάσετε απαρατήρητοι.

Γιατί ο κόσμος μπορεί να ξεχάσει τι τραγουδήσατε. Δύσκολα, όμως, ξεχνά πώς του φερθήκατε. Και τότε θα γυρνάτε σαν την άδικη κατάρα, αναρωτώμενοι γιατί δεν σας φωνάζει πια κανείς. Ίσως επειδή η σωτηρία της ψυχής να είναι πράγματι μεγάλο πράγμα, αλλά δεν περιλαμβάνεται στο νυχτοκάματο.

Θα έπρεπε, βέβαια, να τραβήξουμε μια κόκκινη γραμμή. Να πούμε ως εδώ. Γιατί υπήρξαν και ώρες μικρές, πικρές, που μας πλήγωσαν. Ώρες που μείναμε απ’ έξω, όχι απαραίτητα για τα δικά μας λάθη, αλλά για τα λάθη των άλλων. Και μείναμε όρθιοι, απτόητοι.

Κι αν νοικιάστηκε το δικό μας σπίτι, θα βρούμε άλλο. Η μουσική, ευτυχώς, δεν στεγάζεται σε ένα μόνο μαγαζί. Ούτε η αξιοπρέπεια χρειάζεται ταμπέλα νέον.

Άλλωστε, κοιτάξτε γύρω μας. Σχολεία με ταβάνια που θέλουν περισσότερη φροντίδα από τους μαθητές τους, κτίρια που εγκαινιάζονται με κορδέλες, κέντρα υγείας με εξοπλισμό αλλά όχι πάντα με τους ανθρώπους που χρειάζονται για να λειτουργήσουν όπως πρέπει. Κι ύστερα αναρωτιόμαστε γιατί όλοι θέλουν κάπου να ξεσκάσουν.

Ο κόσμος θέλει να γλεντήσει. Στα μπουζούκια, στα κλαμπ, στα κλασικά, στα ρεμπετάδικα. Θέλει να πιει ένα ποτό, να ακούσει μια καλή φωνή, να χορέψει, να ξεχαστεί. Θέλει να νιώσει πως για λίγες ώρες δεν τον κυνηγούν οι λογαριασμοί, οι έγνοιες και η καθημερινότητα. Γιατί, παιδιά, ο λαός τραγούδι θέλει. Και γλέντι θέλει. Και μια αγκαλιά θέλει, έστω και μέσα από ένα τραγούδι που έχει ακούσει χίλιες φορές.

Εντάξει, τώρα οι πίστες γράφουν πέντε ονόματα και οι υπόλοιποι ψάχνουν να βρουν πού θα χωρέσουν. Κάποιοι καταλήγουν στις μικρότερες πίστες, στα μαγαζιά της γειτονιάς, σε εκείνα που κάποτε θα αποκαλούσαμε υποτιμητικά «σκυλάδικα».

Κι όμως, έχω πάει σε σκυλάδικα με ποιότητα, ενέργεια, θετική διάθεση και ανθρώπους που ξέρουν να διασκεδάζουν. Έχω πάει και σε μαγαζιά με ωραίες ταμπέλες, μεγάλα ονόματα και τόση τοξικότητα, που στο τέλος αναρωτιέσαι αν πήγες να ακούσεις μουσική ή να παρακολουθήσεις συνεδρίαση διοικητικού συμβουλίου.

 Άκουσα και αυτό. "Παιδιά, στην ομάδα υπάρχει μόνο ένας υπεύθυνος και  οι υπόποιποι μόκο"! Αλήθεια; Και ποιος το αποφάσισε; Υπάρχει κανονισμός; Καταστατικό; ΦΕΚ; Γιατί, αν είναι να λειτουργούμε με τόσο αυστηρή ιεραρχία, να το ξέρουμε να φέρουμε και αριθμό πρωτοκόλλου μαζί με το όργανό μας.

Είναι, βέβαια, αστείο να μιλάμε για αδίκημα χωρίς νόμο. Αλλά στη νύχτα μερικοί δεν χρειάζονται νόμους. Έχουν φτιάξει τους δικούς τους. Και, φυσικά, είναι οι ίδιοι που τους ερμηνεύουν, τους εφαρμόζουν και στο τέλος απονέμουν και χάρη στον εαυτό τους.

Αφεντικά και δούλοι ένα γίναμε ούλοι. Άλλος κρατάει το μαγαζί, άλλος τη λίστα, άλλος το τηλέφωνο με τα μεγάλα ονόματα κι άλλος την ψευδαίσθηση ότι χωρίς αυτόν δεν θα ανάψει ούτε ένα φως στη σκηνή.

Και κάπου εκεί, μέσα στον αχταρμά των μεγάλων και των μικρών, εμφανίζονται και τα νέα παιδιά. Κάποια βγαίνουν με ύφος φιρμάτου πριν προλάβουν να μάθουν πού βρίσκεται το δεύτερο κουπλέ. Κάποια άλλα, όμως, σε εκπλήσσουν με την ευγένεια, τη σεμνότητα και την επαγγελματική τους συμπεριφορά. Μόνο που δεν τα ξέρει ο κόσμος, ρε γαμώτο!

Ξέρει τον άλλον. Εκείνον που έκανε το opening στον τάδε. Εκείνον που, επειδή κάποτε βρέθηκε δίπλα σε ένα μεγάλο όνομα, πιστεύει ότι απέκτησε και το δικαίωμα να κάνει κουμάντο στους υπόλοιπους.

Και τώρα, για να μην ξεχνιόμαστε, πες μας κι εσύ πού είσαι. Σε ποια πίστα εμφανίζεσαι; Πόσα τραπέζια έχεις; Πόσα ονόματα γράφει η αφίσα σου; Βλέπεις; Εκεί φτάσαμε. Να μετράμε τον άνθρωπο με το μαγαζί στο οποίο εργάζεται και όχι με τον τρόπο που στέκεται απέναντι στους άλλους.

Κι όμως, η νύχτα θέλει έρωτα. Θέλει πάθος. Θέλει μια βραδιά αξέχαστη, όχι απαραίτητα ακριβή. Θέλει ανθρώπους που να μπορούν να κοιταχτούν στα μάτια χωρίς να ψάχνουν ποιος είναι ανώτερος στην ιεραρχία της μαρκίζας. Γιατί η μουσική είναι τέχνη. Και η τέχνη, για να υπάρξει, χρειάζεται ψυχή.

Βέβαια, τέχνη είπαμε; Να την προσέχουμε κι αυτήν. Να τη φροντίζουμε, να την κρατάμε γερά, μην τυχόν και μας φύγει και την πάρει ο διπλανός μας. Γιατί, όπως πάμε, σε λίγο θα χρειάζεται να ασφαλίζουμε και το ταλέντο μας.

Κι αν πεινάσουμε στο μεταξύ; Ε, ας πεινάσουμε. Αρκεί να κρατάμε την τέχνη ψηλά. Μόνο που, όταν φτάσεις να υπερασπίζεσαι την αξιοπρέπειά σου απέναντι σε ανθρώπους που τη θεωρούν αδυναμία, πρέπει να θυμάσαι ότι η τέχνη δεν είναι υποχρεωμένη να γίνει άλλοθι για την κακή συμπεριφορά κανενός. Και τώρα, κάπου εκεί στο βάθος, νομίζω πως είδα φως.

«Έλα, ρε Ηλία! Πού είσαι; Ρίχ’ το, Ηλία!»

Τι έγινε; Έβαλες φωτιά; Φωτιά στα μπαράκια μας, φωτιά στις πίστες, φωτιά στα Σαββατόβραδα, φωτιά σε ό,τι μας έμεινε από κέφι και αλήθεια! Τρέξτε να σωθείτε!

Όχι από τους φτωχούς μουσικούς που παλεύουν για ένα μεροκάματο. Ούτε από τα μικρά μαγαζιά που κρατούν ζωντανή τη νύχτα. Αλλά από εκείνους που μπέρδεψαν τη θέση εργασίας με την εξουσία, την ανασφάλεια με την προσωπικότητα και την αγένεια με το μεγαλείο.

Κι ας μην τους κρίνουμε τόσο εύκολα. Πολλές φορές πίσω από την πιο θορυβώδη συμπεριφορά κρύβεται μια ιστορία πικρή. Ένα παιδί που κάποτε δεν ακούστηκε, ένας άνθρωπος που κάποτε δεν μετρήθηκε, κάποιος που έμαθε να φωνάζει επειδή δεν κατάφερε να ζητήσει όσα είχε ανάγκη.

Μην τους λυπάστε, όμως, τόσο ώστε να τους επιτρέπετε να σας πληγώνουν. Η κατανόηση δεν σημαίνει ανοχή στα πάντα. Μπορείς να καταλάβεις τον πόνο του άλλου χωρίς να γίνεις ο σάκος του μποξ του.

Γιατί κάποιοι πήραν το μικρόφωνο και φώναξαν δυνατά όλα εκείνα που δεν μπόρεσαν να πουν όταν έπρεπε. Μόνο που ξέχασαν πως το μικρόφωνο δυναμώνει τη φωνή. Δεν μεγαλώνει απαραίτητα και τον άνθρωπο. Και κάπως έτσι φτάνουμε στο τέλος.

Παιδιά, ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα. Όχι γιατί τελείωσε η μουσική. Αλλά γιατί, αν συνεχίσουμε έτσι, θα μείνουμε όλοι μέσα σε μια αίθουσα γεμάτη εγωισμούς, με τα όργανα κουρδισμένα και τις ψυχές ξεκούρδιστες.

Η ζωή μας, άλλωστε, είναι ένα φυτό αναρριχώμενο. Άλλος ανεβαίνει πιασμένος από την αξία του, άλλος από την πλάτη του διπλανού του κι άλλος μπλέκεται τόσο πολύ στα κλαδιά του εγωισμού του, που στο τέλος δεν μπορεί να ξεχωρίσει ούτε τις ρίζες του.

Και μη μου πείτε πως δεν τα ξέραμε όλα αυτά. Τα ξέραμε. Απλώς κάναμε πως δεν βλέπαμε, γιατί κάποτε ελπίζαμε πως θα ερχόταν και η δική μας σειρά.

Μόνο που υπάρχει μία ουσία που δεν αλλάζει, όσα ονόματα κι αν γραφτούν στις αφίσες, όσα μαγαζιά κι αν γεμίσουν, όσες συνεργασίες κι αν διαφημιστούν: Μια είναι η ουσία δεν υπάρχει αθανασία.

Και όταν πέσουν τα φώτα, όταν σβήσει η μουσική και όταν αδειάσει η πίστα, δεν θα μείνει ούτε η μαρκίζα ούτε το καλάμι ούτε το δήθεν μεγαλείο. Θα μείνει μόνο αυτό που ήσουν για τους ανθρώπους.

Γι’ αυτό, Ηλία, καλά έκανες και το ’ριξες. Γιατί, καμιά φορά, εκείνος που ανάβει τη φωτιά δεν είναι ο πιο επικίνδυνος.Είναι απλώς ο μόνος που κατάλαβε πως όλα γύρω του είχαν ήδη καεί.


 Η νυχτερινή ζωή της Αθήνας αποτέλεσε την κύρια πηγή έμπνευσης για το παρόν κείμενo. To αφιερώνω στον αγαπημένο μου Αντώνη Βαμβούκα, έναν πιστό και ρομαντικό λάτρη της μουσικής, που εδώ και 30 χρόνια παραμένει αφοσιωμένος στην τέχνη, υπηρετώντας την με πάθος, συνέπεια και αγάπη.

Αθανασία Παπαδοπούλου

14/10/2026


Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

Η ΒΟΛΕΜΕΝΗ ΓΡΑΒΑΤΑ & Η ΚΑΡΕΚΛΑ


 Το καφενείο του χωριού ήταν όπως κάθε πρωί.

Τρεις ψάθινες καρέκλες έτριζαν, δύο τραπέζια κουνούσαν, ο ανεμιστήρας έκανε περισσότερο θόρυβο απ’ όσο αέρα και η τηλεόραση στον τοίχο έπαιζε ειδήσεις, γιατί κανείς δεν την παρακολουθούσε, αλλά όλοι είχαν άποψη για όσα έλεγε.
Ο Γιώργης, ο μεροκαματιάρης, μπήκε κρατώντας τη μέση του.
— Τι καρέκλες είναι αυτές, ρε;
— Καρέκλες είναι, τι να ’ναι; του απάντησε ο μπάρμπα-Θανάσης πίσω από τον πάγκο.
— Πότε θα τις αλλάξεις;
— Γιατί; Σε πείραξαν;
— Από την εποχή της χούντας τις έχεις!
— Άσε μας, ρε Γιώργη. Άμα δε σ’ αρέσουν, μην έρχεσαι.
— Ε, άμα συνεχίσεις να τις έχεις έτσι, σε λίγο δε θα έρχομαι γιατί θα μπαίνω με το ορθοπεδικό.
— Κάτσε κάτω και μη γκρινιάζεις.
— Να κάτσω; Πού; Στην ψάθα που έχει ανοίξει σαν στόμα;
Ο Γιώργης κάθισε προσεκτικά.
— Ωχ!
— Τι έπαθες;
— Μπήκε η ψάθα μέσα μου!
Από το διπλανό τραπέζι ακούστηκε γέλιο.
Στην τηλεόραση εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ένας πολιτικός με κουστούμι, γραβάτα και γυαλιστερό παπούτσι.
Ο Γιώργης τον κοίταξε.
— Να! Κοίτα τους!
— Ποιους;
— Αυτούς που κάθονται στις τηλεοράσεις όλη μέρα. Όλο γραβάτα και κουστούμι.
— Ε, πολιτικοί είναι.
— Το ίδιο είσαι κι εσύ κι αυτοί;
— Εγώ;
— Εσύ! Κοίτα κουστούμι, γραβάτα, λουστρίνι παπούτσι! Εσύ έχεις γίνει ίδιος.
— Εγώ έχω ένα κουστούμι για γάμους και κηδείες.
— Κι αυτοί έχουν ένα για εκλογές και εγκαίνια.
— Εγώ τουλάχιστον ιδρώνω.
— Αυτοί ιδρώνουν;
— Ιδρώνουν.
— Πού;
— Στην κάμερα.
— Α, μάλιστα.
Ο Γιώργης ξανακάθισε.
— Πω ρε φίλε... πιάστηκε ο κώλος μου.
— Τι να σου κάνω;
— Να αλλάξεις τις καρέκλες!
— Άμα δε σου αρέσουν, να πας στα χωράφια να δουλέψεις.
— Εγώ από τα χωράφια έρχομαι!
— Ε, τότε τι γυρεύεις εδώ;
— Να πιω έναν καφέ και να ξεκουραστώ.
— Να ξεκουραστείς; Εσύ και οι άλλοι μου μαζευτήκατε εδώ και όλη μέρα πρέφα, τάβλι και κουβέντα!
— Εσύ τι κάνεις;
— Εγώ δουλεύω!
— Τι δουλεύεις;
— Το καφενείο.
— Φτιάξε γρήγορα έναν τουρκικό με ολίγη!
— Εδώ είναι Ελλάδα, ρε!
— Γι’ αυτό στον ζητάω. Να μην ξεχνιόμαστε.
Ο καφετζής του πέταξε μια πετσέτα.
— Άντε, κάτσε ήσυχα.
— Πώς να κάτσω; Δεν έχω πια καρέκλα. Έχω εμφύτευμα.
Η τηλεόραση συνέχιζε.
Ο πολιτικός μιλούσε για «στήριξη της κοινωνίας».
Ο Γιώργης πλησίασε.
— Τι είπε;
— Ότι θα στηρίξουν την κοινωνία.
— Πού;
— Τι πού;
— Στην πλάτη;
— Μάλλον.
— Να τους πεις να στηρίξουν πρώτα την καρέκλα μου. Η κοινωνία ας περιμένει.
Ο μπάρμπα-Θανάσης γέλασε.
— Ρε Γιώργη, όλο γκρινιάζεις.
— Εγώ γκρινιάζω; Εσύ έχεις καρέκλες που αντέχουν λιγότερο από κυβέρνηση.
— Μη λες μεγάλες κουβέντες.
— Εγώ; Αυτοί τις λένε.
Στην τηλεόραση άλλαξε θέμα.
«Η τιμή της βενζίνης...»
Ο Γιώργης άνοιξε τα μάτια.
— Πόσο;
— Δύο δώδεκα.
— Τι;
— Η βενζίνη. 2,12.
— Α, ωραία.
Ο καφετζής χαμογέλασε.
— Μην ανησυχείς. Θα σου δώσουν λεφτά να πας σούπερ μάρκετ.
— Ποιοι;
— Αυτοί με τις γραβάτες.
— Και μετά;
— Θα ψωνίσεις μακαρόνια Μαρατα.
— Κι αυτοί;
— Αυτοί θα φάνε με χρυσά κουτάλια.
— Ε, τότε να μου δώσουν και κανένα χρυσό κουτάλι να ανακατεύω τον καφέ.
— Εσύ θέλεις και πολλά.
— Όχι. Θέλω να μη χρειάζομαι επίδομα για να αγοράσω τα βασικά.
— Σώπα, θα σε ακούσουν.
— Να με ακούσουν! Τόσα χρόνια ακούν μόνο τον ήχο από τα χειροκροτήματα.
Στο διπλανό τραπέζι ένας ηλικιωμένος φώναξε:
— Ρε παιδιά, χαμηλώστε λίγο! Δεν ακούω την τηλεόραση.
— Εσύ τι θες να ακούσεις;
— Την αλήθεια.
— Τότε κλείσε την τηλεόραση.
Σιωπή.
— Τι είπες;
— Τίποτα.
Λίγο αργότερα, η συζήτηση πήγε στα νοσοκομεία.
— Ρε συ, το άκουσες προχθές το άλλο στο νοσοκομείο;
— Τι;
— Ήρθε ο υπουργός με ένα tablet.
— Τι είναι αυτό;
— Κινητό σε μεγέθυνση.
— Και γιατί δεν είχε κινητό;
— Είχε.
— Ε, τότε;
— Το tablet είναι μεγαλύτερο.
— Α, δεν βλέπει;
— Άσε τώρα, μην αρχίσουμε τα γυαλιά.
— Τι γυαλιά;
— Μυωπίας, πρεσβυωπίας...
— Στη Νάπολη βγήκαν γυαλιά που ακούς μουσική χωρίς να ενοχλείς τον διπλανό σου.
— Χαχαχα! Άσε μας, ρε μπάρμπα, και φέρε τον καφέ μας. Μας έσκασες!
— Εγώ σας έσκασα;
— Ναι!
— Εσύ κάθεσαι σε καρέκλα από το ’74 και μιλάς για τεχνολογία.
— Εδώ έχεις δίκιο.
— Και ξέρεις τι είπε ο υπουργός;
— Τι;
— Ότι οι ασθενείς αξιολόγησαν το νοσοκομείο.
— Και;
— Πήρε 4,2 αστέρια.
Ο Γιώργης έμεινε ακίνητος.
— Τι είναι το νοσοκομείο; Ταβέρνα;
— Έτσι φαίνεται.
— Και ποιον αξιολόγησαν;
— Τους γιατρούς.
— Λάθος,το σύστημα να αξιολογήσουν
— Ναι.
— Να του πεις να αξιολογήσουν κι εμένα.
— Εσένα γιατί;
— Να δω πόσα αστέρια θα πάρω που άντεξα σαράντα χρόνια δουλειά.
— Εσύ πόσα θα έδινες στο νοσοκομείο;
— Αν με περιποιηθούν, πέντε.
— Καλά έκανε λοιπόν. 4,2 αστέρια. Εξυπηρετήθηκαν όλοι.
— Ναι. Εξυπηρετήθηκαν όλοι.
— Ε, ωραία!
— Και την επόμενη μέρα έπεσε το ταβάνι σε έναν θάλαμο.
Σιωπή.
Ο μπάρμπα-Θανάσης έξυσε το κεφάλι του.
— Α, αυτό είναι άλλο.
— Γιατί;
— Η αξιολόγηση ήταν για την εξυπηρέτηση.
— Α, μάλιστα.
— Τα ντουβάρια είναι άλλη δουλειά.
— Ε, τότε να βάλουν και δεύτερη αξιολόγηση.
— Τι αξιολόγηση;
— «Πόσα αστέρια δίνετε στο ταβάνι που δεν σας έπεσε στο κεφάλι;»
— Ρε Γιώργη...
— Τι;
— Θα μας τρελάνεις.
— Εγώ; Αυτοί μας αξιολογούν με αστέρια ενώ εμείς μετράμε αν θα βγει ο μήνας.
Στην τηλεόραση εμφανίστηκε πάλι πολιτικός.
Γραβάτα.
Κουστούμι.
Λουστρίνι.
Ο Γιώργης τον έδειξε.
— Να τον.
— Τι;
— Αυτόν.
— Τι έχει;
— Δεν πνίγεται;
— Από τι;
— Από τη γραβάτα.
— Γιατί να πνιγεί;
— Τόσες ώρες δεμένη στον λαιμό του.
— Εσύ μη φοβάσαι. Την έχει συνηθίσει.
— Και την καρέκλα;
— Ποια καρέκλα;
— Αυτή που κάθεται.
Ο μπάρμπα-Θανάσης κοίταξε την καρέκλα του Γιώργη.
— Εσύ έχεις εμμονή με τις καρέκλες.
— Γιατί ξέρω τι σημαίνει καρέκλα.
— Δηλαδή;
— Άλλος κάθεται και ξεκουράζεται. Άλλος κάθεται και αποφασίζει. Άλλος κάθεται και περιμένει να τον πληρώσουν.
— Κι εσύ;
— Εγώ σηκώνομαι.
— Γιατί;
— Για να πάω στη δουλειά.
— Κι αυτοί;
Ο Γιώργης κοίταξε την τηλεόραση.
— Αυτοί σηκώνονται μόνο όταν αλλάζει η φωτογραφία.
— Και τι προτείνεις;
— Να τους δώσουμε μια καρέκλα σαν τη δική μου.
— Γιατί;
— Να δουν πόσο άνετα είναι να κάθεσαι όταν σου πιάνει τον κώλο η πραγματικότητα.
Για λίγα δευτερόλεπτα κανείς δεν μίλησε.
Έπειτα ο μπάρμπα-Θανάσης σηκώθηκε.
— Αύριο θα κάνω δημόσιο αίτημα στην κοινότητα.
— Για τι;
— Για τις καρέκλες.
— Επιτέλους!
— Δεν θα πάθουμε εμείς οσφυαλγία επειδή εσύ δε θες να τις αλλάξεις.
— Θα τις αλλάξω.
— Πότε;
— Όταν βρω λεφτά.
— Δηλαδή ποτέ.
— Άιντε, πιες τον καφέ σου.
— Κι εσύ κοίτα εκεί τι λέει αυτός με τη γραβάτα και άσε την καρέκλα.
— Τι λέει;
— Ότι όλα πάνε καλύτερα.
Ο Γιώργης κοίταξε την ψάθινη καρέκλα.
Έτριξε.
Κρακ.
Έπεσε ένα κομμάτι ψάθα στο πάτωμα.
— Ναι, είπε. Όλα πάνε καλύτερα.
Κρακ.
— Μόνο που εμείς πάμε από κάτω.
Κρακ.
— Και αυτοί από πάνω.
Ξαφνικά ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος.
ΜΠΟΥΜ!
Το ταβάνι άρχισε να τρίζει.
— Ρε παιδιά...
— Τι έγινε;
— Νομίζω θα πέσει!
— Μη φοβάσαι. Θα το αξιολογήσουμε μετά.
ΜΠΟΥΜ!
Ένα δοκάρι έπεσε.
Οι καρέκλες αναποδογύρισαν.
Το τραπέζι έσπασε.
Η ψάθα σκορπίστηκε.
Ο καφετζής έτρεξε προς την έξοδο.
— Βγείτε έξω!
— Η τηλεόραση!
— Άσ’ την!
— Όχι!
Το καφενείο άρχισε να γκρεμίζεται.
Οι τοίχοι υποχώρησαν.
Τα τραπέζια έγιναν ξυλεία.
Οι καρέκλες έγιναν καυσόξυλα.
Η γραβάτα του πολιτικού συνέχισε να ανεμίζει στην οθόνη.
Και μέσα σε όλο αυτό το χάος, η τηλεόραση έμεινε όρθια.
Μόνη.
Ακλόνητη.
Σαν να είχε φτιαχτεί από άλλο υλικό.
Και ενώ γύρω της δεν είχε μείνει τίποτα, εκείνη συνέχιζε να παίζει.
Όχι ειδήσεις.
Ένα παλιό σίριαλ.
Εκείνο το σίριαλ που βλέπαμε παλιά.
Τότε που οι ρόλοι ήταν γνωστοί.
Ο ένας ο φτωχός.
Ο άλλος ο πλούσιος.
Ο ένας ο εργάτης.
Ο άλλος ο αφεντικός.
Ο ένας ο λαός.
Ο άλλος αυτός με τη γραβάτα.
Ο Γιώργης στάθηκε μέσα στα χαλάσματα και κοίταξε την οθόνη.
— Ρε μπάρμπα...
— Τι;
— Πού πήγαν τελικά οι νέοι ρόλοι;
Ο μπάρμπα-Θανάσης κοίταξε γύρω του.
Καρέκλες σπασμένες.
Τραπέζια γκρεμισμένα.
Το καφενείο διαλυμένο.
Μόνο η τηλεόραση όρθια.
— Μάλλον, είπε, μείναμε στο παλιό.
Ο Γιώργης χαμογέλασε πικρά.
— Και το παλιό, βλέπεις...
Κοίταξε την οθόνη.
— ...ξέρει πάντα πού να βάλει τον καθένα να κάθεται.
Η τηλεόραση συνέχισε να παίζει.
Το παλιό σίριαλ.
Οι παλιοί ρόλοι.
Οι ίδιες καρέκλες.
Μόνο που τώρα δεν υπήρχε πια καφενείο.
Κι όμως...
η τηλεόραση έμενε όρθια.
Μήπως τελικά αυτό ήταν το μόνο που δεν χρειαζόταν ποτέ επισκευή;
Ή μήπως εμείς είχαμε ξεχάσει να αλλάξουμε κανάλι;
Καλό μήνα.
Αθανασία Παπαδοπούλου
1/10/26

Από π.μ. μέχρι μ.μ.

  Μια ημέρα δεν είναι ποτέ ίδια για όλους Από π.μ. μέχρι μ.μ. Κι ύστερα πάλι από την αρχή. Οι δείκτες του ρολογιού κινούνται με την ίδια ταχ...