Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Η γυναίκα με τις μάσκες


 Στην πόλη όπου οι Απόκριες κρατούσαν όλο τον χρόνο, ζούσε μια γυναίκα που άλλαζε ιδιότητες όπως άλλοι αλλάζουν ρούχα. Δεν ήταν μεταμορφώσιμη στο σώμα· ήταν στο πνεύμα. Κάθε πρωί στεκόταν μπροστά σ’ ένα παλιό ξύλινο μπαούλο και διάλεγε τη μάσκα της ημέρας.

Τη Δευτέρα φόρεσε μια μάσκα από χρυσό σύρμα. Κάθισε δίπλα στο παράθυρο και τα δάχτυλά της έγιναν χορδές. Έπαιξε άρπα. Η μουσική της γέμισε την πλατεία και για λίγο οι άνθρωποι σήκωσαν τα κεφάλια από τα κινητά τους. Άκουγαν, μα δεν ρωτούσαν ποια ήταν. Τους αρκούσε ο ήχος.
Την Τρίτη φόρεσε μάσκα με πιτσιλιές χρώματος. Άπλωσε καμβάδες στο πεζοδρόμιο. Ζωγράφιζε ουρανούς που δεν υπήρχαν πια και χωράφια που άνθιζαν χωρίς χαρτιά και σφραγίδες. Κάποιος τη ρώτησε αν έχει άδεια. Χαμογέλασε. «Η τέχνη δεν καλλιεργείται με επιδοτήσεις», είπε. Κι όμως, το απόγευμα οι πίνακές της φωτογραφήθηκαν, σχολιάστηκαν, πουλήθηκαν.
Την Τετάρτη φόρεσε μια απλή, λευκή μάσκα. Μπήκε σε μια σχολική αίθουσα. Έγινε δασκάλα. Μίλησε στα παιδιά για τις λέξεις που αλλάζουν σημασία όταν τις προφέρεις πολλές φορές. Για τη λέξη «ευθύνη». Για τη λέξη «αλήθεια». Τα παιδιά τη ρώτησαν αν οι μεγάλοι λένε πάντα την αλήθεια. Έκανε παύση. «Οι μεγάλοι», είπε, «φοράνε συχνά μάσκες τόσο καλά ραμμένες που ξεχνούν το πρόσωπό τους».
Την Πέμπτη έγινε αγρότισσα. Φόρεσε μάσκα από στάχυα. Πήγε στα χωράφια που στην πόλη τα ήξεραν μόνο από χαρτιά και αριθμούς. Έσπειρε με τα χέρια της. Κάποιοι της είπαν πως το χωράφι αυτό έχει ήδη δηλωθεί από άλλον. Εκείνη γονάτισε και έπιασε το χώμα. «Το χώμα δεν γνωρίζει από δηλώσεις», είπε. «Μόνο από ιδρώτα». Οι περαστικοί αντάλλαξαν βλέμματα. Κάποιοι γέλασαν. Κάποιοι ένιωσαν άβολα.
Την Παρασκευή φόρεσε μάσκα δημοσιογράφου. Πήρε μικρόφωνο και άρχισε να ρωτά: «Ποιος είναι πραγματικά αγρότης; Ποιος είναι πραγματικά εργάτης; Ποιος είναι αυτό που δηλώνει;» Οι απαντήσεις μπλέκονταν σαν αποκριάτικες κορδέλες. Όλοι κάτι ήταν στα χαρτιά. Στα λόγια. Στις οθόνες. Μα λίγοι μπορούσαν να δείξουν τα χέρια τους.
Το Σάββατο φόρεσε μάσκα καθρέφτη. Δεν μιλούσε. Στεκόταν στην πλατεία κι όποιος την κοιτούσε έβλεπε τον εαυτό του. Ένας πολιτικός είδε έναν σωτήρα. Ένας έμπορος είδε κέρδος. Ένας νέος είδε φόβο. Μια γιαγιά είδε κούραση. Η γυναίκα δεν άλλαζε· άλλαζαν οι άλλοι μέσα της.
Και ήρθε η Κυριακή της Αποκριάς.
Η πόλη γέμισε στολές, γέλια και σερπαντίνες. Μάσκες λύκων, βασιλιάδων, ηρώων. Κανείς δεν ήξερε ποιος ήταν ποιος — κι ίσως αυτό να ήταν η μεγαλύτερη ειλικρίνεια του χρόνου. Η γυναίκα στάθηκε στη μέση της πλατείας με το μπαούλο της ανοιχτό. Δεν φόρεσε καμία μάσκα.
«Σήμερα;» τη ρώτησαν.
«Σήμερα», είπε, «θα σας δείξω κάτι πιο δύσκολο».
Και άρχισε να βγάζει μία-μία τις μάσκες που είχε φορέσει όλη την εβδομάδα. Της μουσικού, της ζωγράφου, της δασκάλας, της αγρότισσας, της δημοσιογράφου. Τις άφησε στο έδαφος.
«Καμία δεν ήταν ψέμα», είπε. «Καμία δεν ήταν ολόκληρη αλήθεια».
Οι άνθρωποι άρχισαν να ψιθυρίζουν. Κάποιοι ένιωσαν ανακούφιση. Άλλοι δυσφορία. Γιατί ήταν εύκολο να λες πως κάποιος άλλος υποκρίνεται. Πιο δύσκολο να παραδεχτείς πως κι εσύ, κάθε μέρα, διαλέγεις ποια εκδοχή σου θα δηλώσεις.
Στο βάθος της πλατείας, κάποιοι μιλούσαν για επιδοτήσεις, για χαμένα χρήματα, για χαρτιά που έδειχναν καλλιέργειες εκεί όπου φύτρωνε μόνο αέρας. «Όλα είναι θέμα διαδικασίας», έλεγαν. «Όλα είναι νόμιμα». Οι μάσκες τους γυάλιζαν στο φως.
Η γυναίκα πλησίασε. Δεν κατηγόρησε κανέναν. Σήκωσε μόνο τη μάσκα του καθρέφτη και την έστρεψε προς το πλήθος.
«Η μάσκα», είπε ήρεμα, «δεν είναι κακή. Κακή είναι η στιγμή που τη φοράς τόσο πολύ, ώστε ξεχνάς πως την έβαλες».
Ένα παιδί από το σχολείο της την αναγνώρισε. «Κυρία», φώναξε, «τότε ποια είστε στ’ αλήθεια;»
Η γυναίκα χαμογέλασε.
«Είμαι ό,τι μπορώ να γίνω», απάντησε. «Και ό,τι τολμώ να είμαι χωρίς μάσκα».
Τότε άνοιξε το μπαούλο της και το άφησε άδειο. Ο άνεμος σήκωσε λίγη χρυσόσκονη από μέσα. Οι μάσκες στο έδαφος έμοιαζαν ξαφνικά πιο βαριές.
Η πόλη συνέχισε να γιορτάζει. Κάποιοι κράτησαν τις μάσκες τους λίγο πιο χαλαρά. Κάποιοι τις έσφιξαν περισσότερο. Μα για πρώτη φορά, μέσα στο γέλιο της Αποκριάς, ακούστηκε και μια σιωπή — εκείνη που γεννιέται όταν κοιτάς τον εαυτό σου χωρίς στολίδια.
Και η γυναίκα;
Την επόμενη μέρα φόρεσε πάλι μια μάσκα.
Αλλά αυτή τη φορά, ήξερε πως μπορούσε και να τη βγάλει.

ΚΑΛΕΣ ΑΠΟΚΡΙΕΣ
12-2-2026 
Αθανασία Παπαδοπούλου

Το διήγημα γράφτηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2026, Τσικνοπέμπτη, με αφορμή έναν πίνακα στην Ταβέρνα
 Ο ΧΡΗΣΤΟΣ στο Χαλάνδρι.

Η γυναίκα με τις μάσκες

  Στην πόλη όπου οι Απόκριες κρατούσαν όλο τον χρόνο, ζούσε μια γυναίκα που άλλαζε ιδιότητες όπως άλλοι αλλάζουν ρούχα. Δεν ήταν μεταμορφώσι...